Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2007

Γιώργος Συνεφάκης - Περί παρελάσεων το ανάγνωσμα, πρόσχωμεν

Σχετικά με το ζήτημα των παρελάσεων, που κάθε παραμονή εθνικών επετείων αναφύεται, απλώς παραθέτω το σχετικό άρθρο που δημοσιεύτηκε στον 'Λόγο του Συλλόγου' τεύχος 8. Νομίζω τα λέει όλα.

Ο αρχισυντάκτης μας, παρακολούθησε με μεγάλη προσοχή, χαμογελώντας ειρωνικά πολλές φορές,- τις έντονες συζητήσεις περί της αναγκαιότητας ή μη των παρελάσεων στις εθνικές επετείους. Τα δύο μέτωπα που εμφανίστηκαν, οι παρελασιολάτρεις και οι παρελασιομάχοι, συγκρούστηκαν τηλεοπτικώς κατά το πώς είθισται, δημιουργώντας όπως πάντα μία θαυμάσια ατμόσφαιρα, αυξάνοντας την τηλεθέαση, προς τέρψιν των δήθεν κοπτομένων εθνικώς τηλεπαρουσιαστών.

Ο Ουμπέρτο ΄Εκο, ο διάσημος συγγραφέας και φιλόσοφος της εποχής μας, σε ένα κείμενο του 1970, λέει ότι : Οι στρατιωτικές παρελάσεις είναι ένα ψέμα δημόσια εκτεθειμένο που εμφανίζεται με το προσωπείο της πομπώδους δύναμης της αλήθειας. Είναι ένα από τα ψέματα θεμέλια του έθνους-κράτους. Η στρατιωτική παρέλαση δεν είναι μία φιέστα, γιατί αν ήταν τέτοια θα κάναμε γλέντια και γιορτές, δεν θα δείχναμε όπλα. Τα όπλα ένα κράτος δεν τα δείχνει στον εχθρό του. Όλη αυτή η επίδειξη, έχει να κάνει με τη δομή του έθνους-κράτους όπως αναπτύχθηκε στην πολεμική δημοκρατία και στον πολεμικό φασισμό της δεκαετίας του ΄30και αφορά μία θεώρηση του εξουσιαστικού πολιτικού λόγου εκείνης της εποχής, μέρος του οποίου είναι και η απαρχή των μαθητικών παρελάσεων.

Η γνώμη του αρχισυντάκτη μας εμφανίζει κάποιες ελαφρές αποκλίσεις από αυτή τη γενική θεώρηση του Έκο, την οποία και κατ’ ουσία ασπάζεται. Οι παρελάσεις (κυρίως οι στρατιωτικές) είναι μία απολύτως ελεγχόμενη εικονική πραγματικότητα. Αν κάποιος φωτογραφίσει ένα άρμα μάχης μέσα στο στρατόπεδό του, θα συλληφθεί ως κατάσκοπος, ενώ το ίδιο άρμα τον παροτρύνουν στην παρέλαση να το φωτογραφίσει και να νοιώσει εθνικά υπερήφανος και ασφαλής. Ωστόσο, όπως κάθε θεσμός, έτσι και η παρέλαση, είτε καταξιώνεται κοινωνικά, είτε συνεχίζεται απλώς από συνήθεια ή βαριεστημένα κεκτημένη ταχύτητα, είτε αυτοκαταργείται ως αναχρονιστικό έθιμο από την ίδια τη ζωή. Οι μαθητικές παρελάσεις επεβλήθησαν στην Ελλάδα το 1936 επί μεταξικής δικτατορίας, ως δήθεν δείγμα σφρίγους του γένους και των τέκνων του, εμφυσώντας μία μιλιταριστική νοοτροπία από πολύ νωρίς στις νέες τρυφερές γενιές και ψυχές. Εξελίχθηκαν αργότερα σε ένα μείγμα εικονικής αξιοκρατίας, όπου σημαιοφόρος και παραστάτες ήταν αναπόφευκτα οι καλύτεροι μαθητές των τάξεων, ανεξαρτήτως σωματικών προσόντων, ενώ το άγημα το αποτελούσαν πάντα οι ψηλοί και οι θεωρούμενοι λεβεντόκορμοι, σε αντίθεση με τους μη ‘παρελάσιμους’ κοντούς και χοντρούς, συνήθως τους λεγομένους διαβαστερούς ή σπασίκλες, τους οποίους ο εκάστοτε γυμναστής τούς εξαφάνιζε προσωρινά επί 3ήμερον.

Ο γράφων πάντως, θυμάται με ειρωνική τρυφερότητα την ‘τραυματική εμπειρία’ της αποκαθήλωσης του ως παραστάτη της 5ης Γυμνασίου (επί χούντας αυτά), διότι η τότε κυρία Νομάρχου ήθελε να δει τον κανακάρη της να παρελαύνει πάση θυσία και ανεξαρτήτως επιδόσεων στα μαθήματα, πράγμα που επέτυχε ως διά μαγείας με μία απλή διαταγή στρατιωτικού διοικητή, προς δόξαν της αξιοκρατίας του καθεστώτος και χωρίς η άσπλαχνη να υπολογίσει την τρυφερή ψυχούλα του αποκλεισθέντος και τις ανεπούλωτες ακόμη και σήμερα φοβερές πληγές που υπέστη.

Από τότε τα πράγματα βελτιώθηκαν φαινομενικά (επιτρέπεται π.χ. εδώ και κάποια χρόνια η συμμετοχή των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης στις μεγάλες στρατιωτικές παρελάσεις), πρόσφατα δε επετράπη και σε ένα παιδί -Ελληνόπουλο- με μειωμένη κινητικότητα να παρελάσει ως σημαιοφόρος στο αναπηρικό του καροτσάκι (σε αντίθεση με το προπερσινό Αλβανόπαιδο, που είχε μεν σωματική και μορφωτική αρτιμέλεια, αλλά δυστυχώς όχι και γονιδιακή – βλέπε σχόλια στον ‘Λόγο 3’).

Σήμερα πάντως, η μαθητική παρέλαση στην ουσία αυτοκαταργείται από τμήμα της εκπαιδευτικής διαδικασίας ως παρωχημένη και αναχρονιστική, από τα ίδια τα σοφά παιδιά, κυρίως τους μαθητές του λυκείου, τα οποία την αντιμετωπίζουν με μία άκρως ‘χαλαρή και καλά άνεση, βασικά να πούμε αφού’, χωρίς εθνικές επάρσεις, κάτι μεταξύ χαβαλέ, επίδειξης μόδας για μίνι φούστες και γόβες-στιλέττα, αλλά κυρίως απώλειας μαθητικών ωρών με πρόσχημα τις πρόβες. Ίσως ο συγκεχυμένος τρόπος αποτύπωσης των ιστορικών γεγονότων και κυρίως ο τρόπος που αυτά τους διδάσκονται και τους μεταδίδονται, να έχει συμβάλλει στο να εμφανίζεται και να δρα ο Γιώργος Ολύμπιος (μα τώ Θεώ το άκουσε ο γράφων και αυτό από φοιτητές, ενώ τη γλύτωσε ο Ρούλης Κολοκοτρώνης και ο Σάκης Διάκος) κάπου στο 1940, το ‘ΟΧΙ’ να το είπαμε στους Αλβανούς στο Ιταλικό μέτωπο το 1821 και τη σβάστικα να την κατέβασε ο Γκλέτσος από την Ακρόπολη.

Ωστόσο στις μικρές ηλικίες, τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά. Η σύνταξη της εφημερίδας μας, παρ’ όλο που θεωρεί τις παρελάσεις γενικώς υπολείμματα ενός μιλιταριστικού πνεύματος, ειδικά για τα πιτσιρίκια μας βάζει νερό στο κρασί της. Επειδή γνωρίζει τη μεγάλη τους χαρά και υπερηφάνεια, όπως αυτά την καταλαβαίνουν με την ψυχούλα τους, να εκπροσωπούν τον Σύλλογό μας στην εμφάνιση όλων των επώνυμων πολιτιστικών συλλόγων της πόλης μας, έως ότου μεγαλώσουν και καταργήσουν και αυτά με τη σειρά τους αυτή τη νοοτροπία, -αν θα υπάρχει τότε- τα παρακολουθεί και τα χειροκροτεί με ενθουσιασμό στην δημόσιά τους εμφάνιση, θεωρώντας τα μία όαση τρυφεράδας, μέσα στους σκληρούς και παράφωνους ήχους των ερπυστριών των αρμάτων μάχης. Εξ άλλου, όλη η χάρη τους είναι ακριβώς η αθωότητα του ασύντακτου βηματισμού τους, που μοιάζει με το βήμα του κύκνου και όχι με εκείνο της χήνας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: