Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2008

Η ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΣΤΟ ΛΙΒΑΔΙ ΟΛΥΜΠΟΥ ΑΠΟ ΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 1950 ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2008, ώρα 11.30 π.μ.,
στη λέσχη του Συλλόγου της Θεσσαλονίκης


Διάλεξη της συμπατριώτισσας Αννας Σαλαβάτη,
πτυχιούχου του Τμήματος Ιστορίας & Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ., η οποία παρουσιάζει την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μεταπτυχιακή της εργασία, την οποία εκπόνησε στον Τομέα Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας & Λαογραφίας - Ειδίκευση Λαογραφίας & Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, με τίτλο :

‘Η ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΣΤΟ ΛΙΒΑΔΙ ΟΛΥΜΠΟΥ ΑΠΟ ΤΟ 1950 ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ’

Η εν λόγω εργασία εκπονήθηκε στα πλαίσια των μεταπτυχιακών μου σπουδών στο τμήμα ιστορίας και αρχαιολογίας και συγκεκριμένα στον τομέα νεότερης και σύγχρονης ιστορίας με ειδίκευση τη λαογραφία και την κοινωνική ανθρωπολογία, στα πλαίσια της θεωρητικής ανανέωσης της πρώτης –παρεξηγημένης ομολογουμένως επιστήμης λόγω του αρχικού εθνικού της προσανατολισμού- από την εθνογραφική μέθοδο και τα εννοιολογικά εργαλεία της δεύτερης.
Στο Λιβάδι, στον τόπο καταγωγής του πατέρα μου, όπου και πέρασα τα καλοκαίρια των παιδικών μου χρόνων, ήρθα σ’ επαφή με παραδοσιακές πρακτικές και γνώρισα τη ζωή στην ύπαιθρο. Αφορμή λοιπόν για να επιλέξω το συγκεκριμένο θέμα στάθηκε η παραδοσιακή οικοτεχνία του χωριού, μια και τα εργόχειρα των γυναικών αποτελούσαν κυρίαρχη εικόνα στις αποθησαυρισμένες μνήμες μου. Στη συνέχεια, η υφαντική και οι υπόλοιπες γυναικείες τέχνες βρήκαν απήχηση στο ενδιαφέρον μου για το κοινωνικό φύλο και την πολιτισμική συγκρότηση των κοινωνικών ταυτοτήτων. Παρότι αρχικά δεν επιθυμούσα ένα αποκλειστικά γυναικείο θέμα, η αναφορά μου στο φύλο προέκυψε αναπόφευκτα από τη στιγμή που ήθελα να κάνω πλήρη χρήση των παρατηρήσεων και των βιωμάτων μου.
Σύμφωνα με τις ανθρωπολογικές προσεγγίσεις, το φύλο δεν είναι βιολογικό δεδομένο, αλλά υπόκειται σε κανόνες πολιτισμικούς, έχει δηλαδή πολιτισμικό περιεχόμενο και αποτελεί κοινωνική σχέση. Σύμφωνα μάλιστα με τη θεωρία της κοινωνικής κατασκευής(κονστρουκτιβισμού), το φύλο αποτελεί τόσο συμβολική προϋπόθεση της ταυτότητας των δρώντων υποκειμένων και όσο και κοινωνικό αποτέλεσμα της δράσης τους.
Οι ποικίλες δυσκολίες που συνάντησα κατά τη διεξαγωγή της επιτόπιας έρευνας ως προς την κουτσοβλαχική διάλεκτο, με την οποία δεν είμαι εξοικειωμένη, τη διαμονή μου στο σπίτι των θείων μου, την αμφίσημη ταυτότητά μου και την εμπλοκή μου σ’ αυτό που παρατηρούσα (η παρατήρηση του άλλου από τον εαυτό δεν είναι μονόπλευρη), μ’ έκανε να συνειδητοποιήσω ότι το ύφος της αφήγησής μου θα ήταν αναπόφευκτα προσωπικό και πως η δική μου εθνογραφική περιγραφή
[1], κατασκευασμένη πολιτισμικά από τη δική μου ταυτότητα, δε θα αποτελούσε κατ’ ανάγκην τμήμα της κοινωνικής πραγματικότητας των Λιβαδιωτών (Geertz 2003: 26)[2].
Κατά τη διάρκεια της επιτόπιας έρευνάς μου στο Λιβάδι από το Μάρτιο έως το Σεπτέμβριο του 2005 είχα καθημερινή επαφή με άνδρες και γυναίκες, ηλικίας 20 έως 90 ετών. Το μεγαλύτερο μέρος των πληροφορητών μου περιλαμβάνει γυναίκες που κατοικούν μόνιμα στο χωριό, είναι μητέρες και ζουν στα πλαίσια μιας διευρυμένης –σύνθετης οικογένειας. Οι περισσότερες, επίσης, έχουν ως βασική ενασχόληση τα οικιακά καθήκοντα, στα οποία συμπεριλαμβάνεται η εργασία στις οικογενειακού τύπου γεωργικές και κτηνοτροφικές επιχειρήσεις, και έχουν λάβει τη βασική μόρφωση της πρωτοβάθμιας (δημοτικής) εκπαίδευσης. Μόνο ένα μέρος από τις πληροφορήτριές μου, αυτές της τρίτης γενιάς, είναι απόφοιτοι δευτεροβάθμιας ή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, εργάζονται ως υπάλληλοι (δημόσιοι ή ιδιωτικοί), εκπαιδευτικοί κι ελεύθεροι επαγγελματίες στην δημόσια σφαίρα της έμμισθης απασχόλησης, είναι άγαμες και εξακολουθούν να ζουν κάτω από την πατρική στέγη.
Μολονότι, όπως προείπα, αρχικός στόχος της εργασίας ήταν οι γυναικείες παραγωγικές δραστηριότητες, ωστόσο, στην πορεία της έρευνας κατάλαβα ότι η ανάλυση της οικογενειακής δομής, των καταναλωτικών συνηθειών και της σχέσης των γυναικών με το σώμα τους ήταν απαραίτητες, μια και ο χώρος δράσης τους ήταν κατά κύριο λόγο το σπίτι. Το «σπίτι» για τους ντόπιους αποτελεί μετωνυμία της οικογένειας, ως αναπαραγωγικής και παραγωγικής μονάδας, γεγονός που διαχωρίζει ρητά τον ιδιωτικό και το δημόσιο χώρο ως τόπους κατασκευής της έμφυλης ταυτότητας.
Έτσι λοιπόν η έρευνα των παραπάνω πεδίων σε συνδυασμό απέδωσε τα εξής δεδομένα για την κοινωνική ζωή στο Λιβάδι κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες (πρώιμη περίοδο), από τα οποία προκύπτει ότι η διαφορετικότητα των φύλων αποτελεί ρυθμιστικό κανόνα, αν όχι κεντρική πολιτισμική παράμετρο, στην οργάνωση της κοινωνικής εμπειρίας των Λιβαδιωτών:
Συγκεκριμένα, η συγγένεια ήταν κατά κανόνα αμφιπλευρική με όρια σαφώς προσδιορισμένα, εντός των οποίων ένας άνδρας δεν μπορούσε να επιλέξει νύφη (απαγόρευση της αιμομιξίας). Ωστόσο, η ενδογαμία στα όρια του χωριού αποτελούσε ιδανικό κοινωνικό κανόνα για τους κατοίκους του.
Οι πιο στενοί πατροπλευρικοί συγγενείς (τρεις περίπου γενιές) αποτελούσαν τις γνωστές διευρυμένες πατριαρχικές οικογένειες, που ήταν οι μόνες οργανωμένες συγγενικές ομάδες με κοινή ιδιοκτησία και κοινή κατοικία. Η οικιακή ομάδα είχε αρρενογονικό χαρακτήρα και αποτελούσε συνάμα και παραγωγική μονάδα με αρχηγό του οίκου τον πατέρα, ο οποίος είχε τον κύριο λόγο στην οργάνωση της παραγωγής και στη διαχείριση της κοινής περιουσίας.
Ο γάμος ήταν, κατά συνέπεια, ανδροπατροτοπικός και τουλάχιστο μέχρι τη δεκαετία του ’60 συναπτόταν με προξενιό. Το μεταγαμήλιο, δηλαδή, καθεστώς, ήθελε τις γυναίκες να εγκαθίστανται στο σπίτι του γαμπρού. Κάθε οικογένεια επεδίωκε ν’ αποκτήσει πολλά παιδιά, κυρίως αγόρια, τα οποία αποτελούσαν το δεξί χέρι του πατέρα στις οικογενειακές επιχειρήσεις.
Σε ό,τι αφορά τις ασχολίες των γυναικών της πρώτης και της δεύτερης γενιάς των πληροφορητών μου, η ζωή τους ήταν άμεσα συνδεδεμένη με τον ιδιωτικό χώρο του σπιτιού, μια και κατά κανόνα το δημοτικό σχολείο ήταν μόνο μία υποχρέωση ανάμεσα στις άλλες,. Τα κορίτσια από περίπου 6 ετών εκπαιδεύονταν στις χειρωνακτικές εργασίες (δουλειές του σπιτιού) και από 12 ετών στις οικιακές τέχνες. Σύμφωνα με τα λεγόμενά τους, το παιχνίδι και η βόλτα απουσίαζαν εντελώς από την παιδική τους ηλικία: «Μας βάζανε κατευθείαν στις δουλειές, δεν μας είχαν για τα σοκάκια». Η επεξεργασία του μαλλιού, η τέχνη του αργαλειού και το πλέξιμο ήταν δραστηριότητες εκ των ων ουκ άνευ για μια κοπέλα. Παρ’ όλ’ αυτά, στο οικιακό πλαίσιο συμπεριλαμβανόταν και η δραστηριοποίηση των γυναικών στην οικογενειακή αγροτική επιχείρηση. Η εργασία τους, ωστόσο, όσο σημαντική κι αν είναι (π.χ. πατατοπαραγωγή = αποκλειστική ασχολία των γυναικών ), λογιζόταν από τους σπιτικούς ως «βοήθεια». Έτσι λοιπόν οι κυρίαρχες αντιλήψεις περί φύλου στο Λιβάδι αποστασιοποίησαν τις γυναίκες απ’ οποιαδήποτε οικονομική ή οργανωτική ευθύνη στους τομείς που εγγράφονταν εκτός σπιτιού.
Και αυτό γιατί, απώτερος σκοπός της γυναίκας ήταν να εκπληρώσει το φυσικό της προορισμό, να δημιουργήσει δηλαδή το δικό της «σπιτικό». Για να γίνει αυτό, έπρεπε να πληροί τις προϋποθέσεις μιας υποψήφιας νύφης, ικανής να προσελκύσει το ενδιαφέρον των προξενητάδων και των γαμπρών, όταν φθάσει σε ηλικία γάμου (περίπου 20-25 χρονών). Οι προϋποθέσεις αυτές αφορούσαν συγκεκριμένα στη συνεισφορά της υποψήφιας νύφης στο νέο νοικοκυριό ή αλλιώς στην «προίκα» της. Η προίκα ή τα προικιά απαρτίζονταν από μάλλινα υφαντά είδη, προϊόντα ως επί το πλείστον του αργαλειού, αφού το μαλλί ήταν το πιο πρόσφορο υλικό στο χωριό, λόγω του κτηνοτροφικού χαρακτήρα της κοινότητας. Η επεξεργασία του όμως ήταν πολύ απαιτητική και χρονοβόρα διαδικασία. Γι’ αυτό το λόγο, το να επενδύουν οι κοπέλες τον ελεύθερο χρόνο κατά τη διάρκεια της νιότης τους αποκλειστικά στην παραγωγή των κινητών αυτών αντικειμένων, θεωρούνταν τίμια εργασία. Επομένως, τα προικιά πέρα από την οικονομική τους αξία, ενσωμάτωναν επίσης την τιμιότητα και την εργατικότητα της νύφης, προσόντα ιδιαίτερης σημασίας για την οικιακή ομάδα στην οποία θα εισέλθει μετά το γάμο της.
Με την προετοιμασία της προίκας, μια μέλλουσα νύφη μάθαινε να παράγει αντικείμενα αξίας, πραγματοποιώντας ταυτόχρονα μια αξιόλογη επένδυση για μελλοντική κατανάλωση. Και αυτό γιατί, ο ιδανικός κοινωνικός κανόνας απαιτούσε από τη γυναίκα «να ζητάει όσο γίνεται λιγότερα» αγαθά κατανάλωσης από το σύζυγό της. Η παραδοσιακή οικιακή οικονομία υπαγόρευε τη συμπίεση των εξόδων και την αποταμίευση των εσόδων του οίκου. Επομένως, η άσκηση των γυναικών στις εμπειρικές τέχνες και τεχνικές αναπαριστά τη γυναικεία εξάσκηση στη στέρηση, στη δουλειά και στην εξοικονόμηση. Άλλωστε, οι γυναίκες δεν κατείχαν και δε διαχειρίζονταν χρήματα, πράγμα που σημαίνει ότι η αυτοπαραγωγή ήταν η βάση της γυναικείας κατανάλωσης: γυναίκα που δεν παράγει, δεν καταναλώνει. Με τον τρόπο αυτό, η γυναικεία κατανάλωση αποτελεί έκφραση του συλλογικού εαυτού της γυναίκας, στον οποίο οι προσωπικές της ανάγκες ταυτίζονται με τις οικιακές και οικογενειακές. Μια γυναίκα μέσα από την αυτοπαραγωγή καταναλώνει πρώτα για το σπίτι και την οικογένειά της κι έπειτα για τον εαυτό της. Βάσει αυτών, καλή νοικοκυρά είναι αυτή που από τη μια πλευρά, δεν έχει προσωπικά έξοδα και από την άλλη, διαχειρίζεται με τρόπο οικονομικό, δηλαδή με φειδώ, τις καταναλωτικές ανάγκες των μελών της οικογένειας και του σπιτιού της.
Το σπίτι επομένως αποτελούσε την κύρια μέριμνα μιας καλής νοικοκυράς, η οποία εκτός των άλλων ευθύνεται αποκλειστικά για την καθαριότητα και την τάξη του. Ωστόσο, η έμφαση στην καθαριότητα του σπιτιού δε συνεπαγόταν ανάλογη έμφαση και στην καθημερινή περιποίηση του σώματός τους. Μάλιστα, η εξωτερική εμφάνιση του εαυτού και του σπιτιού τους έρχονται σε εύγλωττη αντίθεση, γεγονός που εξηγεί η αντίληψη της συμβολικής εξίσωσης του καθαρού σώματος με τον ανήθικο χαρακτήρα.
Έτσι λοιπόν η γυναίκα φαίνεται ν’ αποκτά την ταυτότητά της σε σχέση πάντα με τον ιδιωτικό χώρο του σπιτιού και της οικογένειας. Μέσα στο σπίτι και σε σχέση με τους σπιτικούς επιτελούνταν συμβολικά και πρακτικά η θηλυκότητα της.
Στη σύγχρονη εποχή, η διευρυμένη οικογένεια με αρρενογονικό χαρακτήρα εξακολουθεί ν’ αποτελεί χαρακτηριστικό τύπο κοινωνικής οργάνωσης στο Λιβάδι. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται κάποιος βαθμός αποδιοργάνωσης αυτού του σχήματος, ανάλογος με την αποδιοργάνωση των πλαισίων της συγγένειας (δικοί δε θεωρούνται μόνο οι εξ αίματος συγγενείς).
Έτσι, ενώ ο γάμος εξακολουθεί να είναι ανδροπατροτοπικός, ο νέος τύπος οικογένειας που επιδιώκεται να επικρατήσει είναι η πυρηνική. Το ιδεώδες του αυτόνομου νοικοκυριού της πυρηνικής οικογένειας αποτελεί ευσεβή πόθο για τις περισσότερες νέες νοικοκυρές. Επίσης, μολονότι η αναπαράσταση της γυναίκας δεν απομακρύνθηκε σημαντικά από την προικισμένη «νύφη», ωστόσο, το περιεχόμενο της προίκας στα τέλη του 20ου αι. έχει υποστεί μια αξιόλογη τροποποίηση. Το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από τα κινητά αντικείμενα στην πνευματική περιουσία που προσδίδει στις γυναίκες η μόρφωση. Το «πτυχίο» αποκτά αύξουσα σημασία τόσο για την κοινωνική θέση της νύφης όσο και του γαμπρού. Ανάλογα με την περίσταση, το προσόν της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης μπορεί να καταστήσει το γάμο με μία πτυχιούχο ως υπεργαμία. Οι σπουδές και η επερχόμενη πνευματική καλλιέργεια έχουν ως αποτέλεσμα οι κοπέλες να βιώνουν με νέους τρόπους της εμπειρία του εαυτού και του φύλου τους, με επιπρόσθετη συνιστώσα τα επαγγελματικά δικαιώματα της γυναίκας και την προοπτική της έμμισθης απασχόλησής τους.
Πέρα όμως από την ύπαρξη επαγγελματικής(= έμμισθης) προοπτικής, οι γυναίκες σήμερα διαχειρίζονται ένα σοβαρό μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού κι έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία ως προς τα σχετικά μικρά κι επαναλαμβανόμενα έξοδα διαβίωσης της οικογένειας ή τα καταναλωτικά είδη εσωτερικού χώρου. Αυτό το αγαθό της κατανάλωσης έναντι της παραδοσιακής αποταμίευσης δίνει μορφή και περιεχόμενο στην ασυμφωνία των νέων με τη γενιά των γονιών τους. Τα είδη ρουχισμού, τα παιχνίδια και τα οικιακά είδη (π.χ. από τα πολυκαταστήματα του Hondos Center, Τhe Body Shop, Ikea, Jumbo), συγκεκριμένα, από την αστική αγορά καθιστούν ορατή την ασυμφωνία των δύο γενεών και την εγγράφουν στο χώρο. Έτσι, τα προϊόντα της πόλης προσφέρουν το έδαφος στις νέες νοικοκυρές, ούτως ώστε να προβούν σε μια σειρά κινήσεων, με σκοπό την έκφραση της αντίθεσή τους στο μοντέλο του λιτού καθεστώτος της διευρυμένης οικογένειας και τη διεκδίκηση των όρων της ύπαρξης και της συνύπαρξης με το σύζυγό τους. Με άλλα λόγια, οι καταναλωτικές επιλογές τους φανερώνουν τον τρόπο με τον οποίο οι ίδιες χρησιμοποιούν τ’ αγαθά της πόλης, για ν’ αλλάξουν τη δυναμική των οικογενειακών σχέσεων.
Τέλος, αναθεωρημένη και διαφορετική σήμερα μοιάζει να είναι και η σχέση των νεότερων γυναικών του χωριού με το τακτικό και καθαρό σπίτι, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι δεν εξακολουθεί ν’ αποτελεί ξεχωριστή φροντίδα και αξία για τη νοικοκυρά. Ωστόσο, το σπίτι και η γυναίκα δεν ταυτίζονται πλέον σε απόλυτο βαθμό. Η αναλογία έχει, αναμφισβήτητα, χαλαρώσει. Η σύγχρονη γυναίκα στο Λιβάδι, αν και παραμένει εν πολλοίς αγρότισσα, ωστόσο, φροντίζει απαράμιλλα το σώμα και την εξωτερική της εμφάνιση (ατομικός εαυτός), όπως και το σπίτι της (συλλογικός εαυτός), αντιλαμβανόμενη διαφορετικά την έννοια του καθαρού και του ηθικά βρόμικου. Μ’ αυτόν τον τρόπο, εγκαινιάζει το γεφύρωμα των αλλοτινών αντίθετων άκρων υπό μία αναθεωρητική κριτική της γυναικείας τιμιότητας και αρετής.
Στα πλαίσια αυτά γίνεται κατανοητή η αναπαράσταση της γυναίκας ως αυτής που στη σημερινή εποχή «βγάζει γλώσσα», αρθρώνει δηλαδή λόγο και διεκδικεί τους όρους της υπόστασής της, σπάζοντας την πρότερη σιωπή της.
Ωστόσο, η διαφορετική αυτή εμπειρία του φύλου της δεν είναι απλή υπόθεση για τη γυναίκα. Βιώνεται από την ίδια συγκρουσιακά, αντιφατικά και πολύσημα. Για παράδειγμα, ακόμα κι αυτές οι κοπέλες που σήμερα έχουν ολοκληρώσει τις σπουδές τους κι έχουν φιλοδοξίες να εργαστούν εκτός σπιτιού σ’ ένα «δημόσιο» επάγγελμα, δεν αποποιούνται τον κοινωνικά αναγνωρισμένο ρόλο της έγγαμης γυναίκας. Παρότι έτσι η πνευματική καλλιέργεια της γυναίκας αποτελεί συνδήλωση τόσο της εργατικότητάς της, όσο και του βιοτικού επιπέδου ζωής της επικείμενης οικογένειάς της, ωστόσο, θεωρείται αυτή που αναμφίβολα πρέπει να εγκαταλείψει τον επαγγελματικό στίβο, όταν δεν μπορεί να συνδυάσει την καριέρα με την οικογένεια. Η ιδανική κατάσταση για μια εργαζόμενη μητέρα προϋποθέτει το πλαίσιο οικογενειακής ζωής και εργασίας να μην αλληλοαναιρούνται, αλλά να βαίνουν παράλληλα… Επομένως, ενώ δείχνει ότι τολμά να κινηθεί αιρετικά απέναντι στην καθεστηκυία τάξη πραγμάτων, ταυτόχρονα, σπεύδει να δώσει όλα τα εχέγγυα υποταγής σ’ αυτήν, σύμφωνα με τις παραδοσιακές επιταγές και τις προδιαγραφές του ρόλου της. Ο κοινωνικός ρόλος της γυναίκας παραμένει στενά συνυφασμένος με το «φυσικό» της προορισμό.
Τα παραπάνω δεδομένα μου επέτρεψαν να σχολιάσω τα εξής για τη συγκρότηση της γυναικείας ταυτότητας στο Λιβάδι:
Ο κατά φύλα καταμερισμός της εργασίας φυσικοποιεί τις κοινωνικές σχέσεις ανάμεσα στα φύλα και αποτελεί συντελεστή στη δόμηση της κοινωνικής ταυτότητας. Έτσι, ο καταμερισμός της εργασίας αποτελεί πολιτική πράξη μεταφοράς και μετάδοσης στερεότυπων αντιλήψεων περί της ιεράρχησης των δύο φύλων. Ωστόσο, η υπό όρους ελεύθερη ατομική δράση, που αναπτύσσεται στα πλαίσια της κοινωνικής δομής, επιφέρει έστω και με αργό ή λανθάνοντα τρόπο μεταβολές στην εμπειρία των ταυτοτήτων και των φύλων, με αποτέλεσμα στο ίδιο κοινωνικό πλαίσιο να συνυπάρχουν αλλά και να συγκρούονται πολλαπλές και διαφορετικές οπτικές της ταυτότητας. Η περιορισμένη όμως ελευθερία, η οποία διέπει την ατομική πρωτοβουλία (ατομικές πρακτικές) αποτελεί τη βάση των υπό προϋποθέσεις αλλαγών στις σημασίες που αποδίδονται στις έμφυλες σχέσεις, ούτως ώστε οι όποιες μεταβολές να μην έρχονται σε ρήξη με τις παραδοσιακές έμφυλες αντιλήψεις, αλλά να τις μετασχηματίζουν με μια ευέλικτη προσαρμοστικότητα, γεγονός που -μου επέτρεψε να συμπεράνω- ότι εξασφαλίζει τη συνέχειά τους, τη μακρά τους διάρκεια.
[1] Όπου «περιγραφή», διάβαζε την κατά Geertz, «διάγνωση» (2003:38).
[2] O Geertz υποστηρίζει ότι τα όρια μεταξύ του περιεχομένου και του τρόπου με τον οποίο αυτό αναπαρίσταται, είναι δύσκολο να χαραχθούν στην πολιτισμική ανάλυση (2003: 28).

Δεν υπάρχουν σχόλια: